Δεν έχω τίποτε να πω
μόν' αυτοσχέδια σκαλίσματα
παιχνίδια και γυμνάσματα
απ' ιταμές αφορμές τα περισσότερα
Δεν έχω χάρη μήτε μέτρο
μήτε την αίσθηση εκείνη της γλώσσας
που είχαν κάποτε οι μεγάλοι
οι πραγματικοί ποιητές
Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ
μον' αραδιάζω πληκτικά
ημιτελείς ειρμούς
δίχως αρμούς
Ίσως και να' μαι μηχανή
ένας συνθετητής γραμμών
που δρα δίχως το νόημα να γνωρίζει
ή να τ' αναζητά
Παρόλ' αυτά
δεν έχω τίποτε να πω
και μου αρέσει
Στράφι μου λες πως πήγαν όλα
το ψωμί το κρασί και το κραγιόν
προπάντον το κραγιόν
αφού ούτε που τ' ακούμπησα
τα εκλεκτά εκείνα εδέσματα
στο μισοσκόταδο του τραπεζιού
που έκλεισα για μας τους δυο στου Γκάμπι
Όμως θυμάμαι καθαρά
κάθε μεζέ που δε δοκίμασα
όλα τα χείλη που δε φίλησα
κάθε μπουκάλι με κρασί που δεν άνοιξα
δεν είχε τέτοια στο τραπέζι μας
Τα είχαν πάει όλα στην παρέα απέναντι
τα πλούσια φαγιά, τα γλυκόπιοτα κρασιά
και προπαντός τα χείλη
που φιλούσα με τις ώρες στα κρυφά
όταν πήγα να πλύνω τάχα τα χέρια μου
Κάθε χρόνο
την ίδια μέρα
στράφι πηγαίνουν
όλα
Υφασμάτινα φάσματα
υφαρπάζουνε φράσεις
φαύλων φυραμάτων.
καθώς
αφρικάνικα φορέματα
αφιονισμένων φοράδων
φρίττουν φρενήρη
φωνασκώντας
φευ φευ φευ
Στο Μιχάλη
Σκότος
πυκνό μα διάτρητο
ολόγυρά μου στάζει
το μπρούσκο κοκκινάδι των χειλέων της
φούσκωνει κι αγριεύει
η βελόνα του θηριοδαμαστού
τη βάση του μαστού
καθώς θωπεύει
Κήτος
μέγα μα ανάλαφρο
ανάμεσα στα σκέλια μου
γλιστράει
γαργαλάει
τα ρηχά νερά
της λίμνης
των δακρύων μου.
Κέρδος
γλυκό ροδαλό κι αφράτο
σταλάζει από κάτω
από παντός είδους συννενοήσεις,
από παρτίδες ανιαρές ή αναμνήσεις
κινήσεων
κι αποσοβήσεων θανάτου
Τέλος
χρόνου κι ούτε του χρόνου
θα ξαναρθώ
στην πόλη ετούτη όπου κινώ
εγώ
τα νήματα αυτού του παραλόγου
στη Βάσια
Διαβάζω πα να πει κοιτάζω
τον ακροβάτη που παραπατάει στο σχοινί
γκρεμίζεται σηκώνεται και ξαναζεί
χίλιους και έναν έρωτες μαζί
Διαβάζω πα να πει
κοιτάζω ίσια, μπροστά, στην έρημο
το δέντρο που έσπειρα προχθές
Διαβάζω
πα να πει καλπάζω
μακριά από ράχες και βουνά
πάνω από κοίτες ποταμών
εκεί που πλένονται χιλιάδες
οι κόρες των ονείρων μου
Διαβάζω πα να πει σου μοιάζω όπως οι μπούκλες σου
στα κύματα
ή όπως η φωνή σου
στον αέρα
του χειμώνα
Διαβάζω πα να πει τρομάζω εμπρός στη γύμνια μου
και τη δικιά σου
Διαβάζω κι όμως εξακολουθώ
να σε χλευάζω κλέφτη
άνανδρε της σιωπής και της ακμής των εφήβων σκέψεών μου
Παρακμάζω
καθώς
διαβάζω
τα άδεια λόγια
τα διαγώνια
Καμηλοπάρδαλη
σε νόμιζα στα νειάτα μου
κι ούτε ήθελα να σε κοιτάξω
μου προκαλούσε εμετό η μυρωδιά σου
Αργότερα έβαλα γυαλιά
κι είδα πως ήσουν κούκλα
τι μακριά πόδια, τι κορμοστασιά
τι χρώματα ωραία και φορέματα!
Τώρα μου είσαι άυλη
το σώμα σου τρυπάει η ματιά μου
και βλέπει πέρα το βουνό το δέντρο
και τη θάλασσα
και την οθόνη του υπολογιστή.
Η αφρόκρεμα της πασαρέλας
παρελαύνει μπροστά μου
κι είμαι τόσο παραγινωμένος
σαν τσόφλι από καρύδι
Η καρύδα στην ακρογιαλιά
είναι το πιο δροσιστικό φρούτο
μπορείς να αλοιφτείς με το ζουμί της
και να μασουλάς τα τσόφλια της
Το ίδιο κι αμυγδαλιά το χειμώνα
αν τη δεις ανθισμένη
νομίζεις πως είναι καιρός
ν' αρχίσεις να φλερτάρεις πολύχρωμα άνθη
Κι εγώ ανάσκελα
ξαπλώνω στο ταβάνι
κι αναπολώ τις μέρες
που ήμουν αυτοκίνητο
Κρύο το καλοκαίρι
ζεστό το φιλί σου
Αριάνθη
Τούτη η νεκρή φύση πόσο μ' αρέσει
πιο πολύ κι από τα βάζα με τα χρυσάνθεμα
τις καρέκλες τα βιολοντσέλα και τα μανταρίνια
μ' αρέσει γιατί 'ναι εν τέλει φύση
μέσα στην πολυκατοικία
στο σπίτι του πεθαμένου
θαμένου μέσα στη φύση
ιδού η λύση
του δράματος αυτού
που λέγεται καλοκαίρι
Αριάνθη μου
Μια μύτη γαλλική
ολίγον βουλωμένη
κι ένα κασκόλ σκωτσέζικο
ουδεμία σχέση έχουνε
με μένα και τη νεαρά
που περπατά πάνω στο χιόνι
στηριζόμενη στο μπράτσο μου