Αγάπης αγώνας άγονος μου είπες
την πρώτη νύχτα στο κρεβάτι
και κόλησες σα βδέλλα πάνω μου
Μια φορά γλύτωσα
για λίγο, κάτι χρόνια, απ' τη ζωή μου.
Έζησα έλιωσα και σ'έψαξα
στο σπουδαστήριο σε βρήκα
είχες κατασκηνώσει στις γενειάδες
των φιλοσόφων φοιτητών και φωνακλάδων
φανφαρόνων της εξυπνάδας
και της αστείρευτης ανίας
Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός θα είδες μου είπες
και κόλησες σα βδέλλα πάνω μου
γλυκειά Ιουλία
Παράξενο δεν είναι;
Από σέν' αρχίσαν όλα
οι ζωές μας τα παιδιά μας
τα τραγούδια μας
αλλά αντί να κυλούμε ολοένα
μακριά σου
δρόμους μακριούς στις πλάτες
των βουνών ανοίγοντας
στον μεγα πανδέκτη
ωκεανό για να χυθούμε
πίσω σ' εσέ πηγή γυρνάμε
πριν η υδάτινη μορφή σου από αίσθηση γίνει μνήμη
στα δάχτυλά μας
και στραγγίσει
Υπό το θαμπό φως ένδεκα κηρίων
των κυριοτέρων αρμών τους δεσμούς λύσατε
κι ορμήσατε εις τας κλίνας μετά των νεαρών κυρίων
την ηδονή συλλήβδην αναζητούντες
Σαν γλυπτό του Rodin κάθεται στον κήπο και τρώει
κι είμαι τρελός από έρωτα για τον ουρανίσκο της
Μα πριν φτάσω εκεί πώς θα περάσω
από των δοντιών της το δύσκολο πέρασμα;
Είναι άσπρα, στιλπνά, εύσχημα και δυνατά
κι αν με βρουν στο κατέβασμα παρέα θα κάνω με τον Αύγουστο
κι όχι με το κορίτσι αυτό που τρώει καρότα στην αυλή
Κολυμπούσαμε
κι ήταν ο θόλος κάτω μισός πράσινος και μπλε,
πάνω μισός κίτρινος γκρι κι άσπρος
και κολυμπούσαμε
αδιάκοπα κολυμπούσαμε
γύρναγε ο ήλιος ολόγυρα
ένας γερασμένος ήλιος κιτρινισμένος
πέφταν οι αχτίδες του με δυσκολία
όπως το τριμένο ρετσίνι πέφτει και σκορπάει κάτω από τις χορδές
για να μπορέσει ο βιολιστής να φτάσει στ' αυτιά μας το πάθος του
Ήθελε λέει να βγάλει λόγο
ο επιτήδειος
που να' ναι κι επικήδειος
Τους ρήτορες μελέτησε
πρόβες στο πάρκο έκανε
μα δεν πρόλαβε
χθες βράδυ πέθανε στο δρόμο
για το νεκροταφείο.