Στο Μιχάλη
Σκότος
πυκνό μα διάτρητο
ολόγυρά μου στάζει
το μπρούσκο κοκκινάδι των χειλέων της
φούσκωνει κι αγριεύει
η βελόνα του θηριοδαμαστού
τη βάση του μαστού
καθώς θωπεύει
Κήτος
μέγα μα ανάλαφρο
ανάμεσα στα σκέλια μου
γλιστράει
γαργαλάει
τα ρηχά νερά
της λίμνης
των δακρύων μου.
Κέρδος
γλυκό ροδαλό κι αφράτο
σταλάζει από κάτω
από παντός είδους συννενοήσεις,
από παρτίδες ανιαρές ή αναμνήσεις
κινήσεων
κι αποσοβήσεων θανάτου
Τέλος
χρόνου κι ούτε του χρόνου
θα ξαναρθώ
στην πόλη ετούτη όπου κινώ
εγώ
τα νήματα αυτού του παραλόγου